Τα γερμανικά και τα αυστροουγγρικά υποβρύχια στην ανατολική Μεσόγειο το 1916

S.M.S. Goeben και S.M.S. Breslau.
Η αρχή του πολέμου στην ανατολική Μεσόγειο.

S.M.S. Goeben

Το βαρύ καταδρομικό Yavuz Sultan Selim, πρώην S.M.S. Goeben (κλάση Moltke), στην Προποντίδα. Το πλοίο αυτό, μαζί με το συνοδό του ελαφρύ καταδρομικό S.M.S. Breslau, αργότερα Midilli (Μυτιλήνη), έπαιξε κύριο ρόλο στην ιστορία του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου διότι επιτάχυνε την είσοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο υπέρ της Γερμανίας. Στις 10 Αυγούστου του 1914, τα δυο πλοία έφτασαν, καταδιωκόμενα από τον πολεμικό στόλο της Entente, στα Δαρδανέλια όπου ο διοικητής τους, Wilhelm Anton Schouchon, τα παρέδωσε οικειοθελώς στο οθωμανικό ναυτικό. (KFB Collection).

Αμέσως μετά την έναρξη του πολέμου, τον Αύγουστο του 1914, τα δυο γερμανικά πολεμικά πλοία S.M.S. Goeben και S.M.S. Breslau, -τα οποία αποτελούσαν την ναυτική μονάδα (Mittelmeerdivision) του Γερμανικού Αυτοκρατορικού Ναυτικού (Kaiserliche Deutsche Marine) στην Μεσόγειο, και τα οποία διατελούσαν κάτω από την διοίκηση του αντιναυάρχου Wilhelm Souchon-, επιτέθηκαν βομβαρδίζοντας τα λιμάνια του Bône και του Philippeville στην Αλγερία, με σκοπό να εμποδίσουν την μεταφορά δυνάμεων του γαλλικού αποικιακού στρατού στην ηπειρωτική Γαλλία. Ο βρετανικός στόλος, ο οποίος ήλεγχε όλη την Μεσόγειο και βρισκόταν κάτω από τις διαταγές του ναυάρχου Sir Berkley Milne, ξεκίνησε, μετά από διαταγή του πρώτου λόρδου του Βρετανικού Ναυαρχείου Winston Churchill, μια ανελέητη καταδίωξη με σκοπό την βύθιση του Goeben και του Breslau. Ο Schouchon αποφεύγοντας τον στόλο της Entente, εκτός από μια ναυμαχία που έδωσε με το βρετανικό πλοίο HMS Gloucester, κατάφερε καταδιωκόμενος να φτάσει στα Δαρδανέλια, όπου μετά από συνεννοήσεις με την κυβέρνηση του και την οθωμανική κυβέρνηση, έθεσε οικειοθελώς τα πλοία του στην διάθεση του οθωμανικού ναυτικού.

Μετά την αλλαγή των ονομάτων τους, σε Yavuz Sulltan Selim, το S.M.S. Goeben, και σε Midilli (Μυτιλήνη), το S.M.S. Breslau, και με το γερμανικό τους πλήρωμα, το οποίο έφερε τα διακριτικά του οθωμανικού πολεμικού ναυτικού, καθώς και την παραμονή του Wilhelm Souchon στην θέση όχι μόνο του διοικητή των πλοίων αλλά και του ναυάρχου ολόκληρου του οθωμανικού στόλου, τα δύο αυτά πλοία ανάρτησαν την οθωμανική σημαία και επιτέθηκαν, στις 29 και 30 Οκτωβρίου 1914, ενάντια στις ρωσικές ναυτικές βάσεις της Σεβαστούπολης και της Οδησσού. Οι επιθέσεις αυτές οδήγησαν στην κήρυξη του πολέμου από την Ρωσία ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, στις 2 Νοεμβρίου του 1914, και στην συνέχεια την κήρυξη του πολέμου από την Οθωμανική Αυτοκρατορία ενάντια στην Entente, στις 12 Νοεμβρίου του 1914.

Το κλείσιμο των στενών των Δαρδανελίων και του Βοσπόρου από τις ενωμένες Κεντρικές Δυνάμεις, -της Αυστροουγγαρίας, της Γερμανίας, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και αργότερα της Βουλγαρίας (14.10.1915)-, και ο ταυτόχρονος έλεγχος της Βαλτικής Θάλασσας από τον Γερμανικό  Αυτοκρατορικό Στόλο, οδήγησε όχι μόνο στον αποκλεισμό του Ρωσικού Αυτοκρατορικού Στόλου της Μαύρης Θάλασσας, αλλά και στον αποκλεισμό όλων των ναυτικών δρόμων που ένωναν τις δυνάμεις της Entente με τον σύμμαχο τους, την Ρωσία, ο οποίος αποτελούσε ταυτόχρονα και τον κύριο προμηθευτή σιτηρών της Βρετανίας και της Γαλλίας. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την σταθεροποίηση του δυτικού μετώπου στην βόρεια Γαλλία, οδήγησε την Βρετανία και την Γαλλία στην οργάνωση και στην πραγματοποίηση μιας εκστρατείας, με σκοπό το άνοιγμα των Δαρδανελίων και την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης.

Στις 18 Μαρτίου του 1915, μετά την συγκέντρωση των ναυτικών δυνάμεων της Entente μπροστά στον Ελλήσποντο, πραγματοποιήθηκε η πρώτη πολεμική σύγκρουση στην προσπάθεια κατάληψης των Δαρδανελίων η οποία όμως απέτυχε. Στην συνέχεια, στις 25 Απριλίου 1915, αποβιβάστηκαν πέντε συμμαχικές μεραρχίες, αποτελούμενες με περισσότερους από 75.000 άνδρες, στην χερσόνησο της Καλλίπολης. Ήταν η αρχή της εκστρατείας των Δαρδανελίων, περισσότερο γνωστή σαν εκστρατεία της Καλλίπολης, η οποία θα στοίχιζε μέσα σε έναν περίπου χρόνο την ζωή σε περισσότερους από 250.000 άνδρες των αντιμαχόμενων πλευρών.

Το γερμανικό υποβρύχιο U 21

kiel-1914

Γερμανικά υποβρύχια στο Κίελο το 1914. Το πρώτο στα δεξιά, είναι το U 21 το οποίο, με κυβερνήτη τον ανθυποπλοίαρχο (Kapitänleutnant) Otto Hersing, όχι μόνο διέρρηξε το ναυτικό μπλόκο της Entente στα Δαρδανέλια, αλλά και βύθισε τα πολεμικά πλοία HMS Triumph και HMS Majestic. Ήταν το πρώτο υποβρύχιο που έστειλε το Γερμανικό Ναυαρχείο (Admiralstab) στην Μεσόγειο. Το δεύτερο υποβρύχιο από αριστερά είναι το U 20, το οποίο με κυβερνήτη τον ανθυποπλοίαρχο Walther Schwieger, βύθισε το πλοίο της Cunard Line, RMS Lusitania, στις νοτιοανατολικές ακτές της Ιρλανδίας, στις 7 Μαΐου του 1915. Γεγονός το οποίο ίσως και να στοίχισε στην Γερμανία την ήττα της στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, καθώς ήταν το πρώτο από μια σειρά γεγονότων τα οποία οδήγησαν τις Η.Π.Α. στον πόλεμο υπέρ της Entente. (KFB Collection).

Μεσουρανούσης της εκστρατείας των Δαρδανελίων και με αφορμή την μεγάλη πίεση που ασκούσαν τα πολεμικά πλοία της Entente, τα οποία βομβάρδιζαν συνεχώς τις αμυντικές τουρκικές θέσεις στον Ελλήσποντο, το Γερμανικό Ναυαρχείο (Deutscher Admiralstab) αποφάσισε, μετά την επιτυχή διεξαγωγή του υποβρυχίου πολέμου στην Βόρεια Θάλασσα και στον Ατλαντικό Ωκεανό, να στείλει προς ενίσχυση των αμυνόμενων στα Δαρδανέλια, το υποβρύχιο U 21 με κυβερνήτη τον έμπειρο ανθυποπλοίαρχο Otto Hersing.

Στις 25 Απριλίου του 1915, το U 21, το οποίο ήταν το πρώτο υποβρύχιο που βύθισε εχθρικό πλοίο με τορπίλη (HMS Pathfinder), ξεκίνησε από την βάση του, το Wilhelmshaven, με κατεύθυνση την Μεσόγειο. Μετά από πολλές δυσκολίες έφτασε στην αυστροουγγρική ναυτική βάση του Cattaro, στην Αδριατική, έχοντας στις δεξαμενές του μόνο 1,8 τόνους καύσιμα. Στην συνέχεια, στις 20 Μαΐου του 1915, το U 21 ξεκίνησε από το Cattaro για την πρώτη του αποστολή στην Μεσόγειο, το σπάσιμο του αποκλεισμού των Δαρδανελίων και την υποστήριξη των Κεντρικών Δυνάμεων, ειδικά των αμυνόμενων οθωμανικών μονάδων.

Στις 25 Μαΐου του 1915, το U 21 βρισκώμενο αντιμέτωπο με τον πολεμικό στόλο της Entente, μπροστά στην είσοδο των Δαρδανελίων, βύθισε με τορπίλη το βρετανικό θωρηκτό HMS Triumph (11.985 ΚΟΧ). Δυο ημέρες αργότερα, στις 27 Μαΐου, βύθισε έξω από το ακρωτήριο Έλλη το επίσης βρετανικό θωρηκτό HMS Majestic (14.900 ΚΟΧ), αν και το τελευταίο βρισκόταν προστατευμένο από ένα πλέγμα μικρότερων πλοίων. Στην συνέχεια, σπάζοντας το ναυτικό μπλόκο των δυνάμεων της Entente, το U 21 πέρασε τα Δαρδανέλια και την Θάλασσα του Μαρμαρά, φτάνοντας στην Κωνσταντινούπολη όπου τέθηκε στην υπηρεσία του ναυάρχου Souchon, στις 5 Ιουνίου του 1915.

Η επιτυχία αυτή του Otto Hersing, -ο οποίος για την δράση του έλαβε το ανώτατο πολεμικό παράσημο, το Pour le Merité, περισσότερο γνωστό σαν Blauer Max (Γαλάζιος Μαξ)-, οδήγησε το Admiralstab στην επανεξέταση του υποβρυχίου πολέμου στην Μεσόγειο, με αποτέλεσμα την απόφαση της δημιουργίας ενός στολίσκου υποβρυχίων ο οποίος θα αναλάμβανε δράση εναντίον των πλοίων της Entente, έχοντας σαν βάση του τα λιμάνια της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, Pola στην Ίστρια, και Cattaro στην Δαλματία. Σαν πρώτη κίνηση, το Γερμανικό Ναυαρχείο έστειλε οχτώ υποβρύχια των τύπων UB και UC, τα οποία μεταφέρθηκαν σε κομμάτια με τραίνο και συναρμολογήθηκαν στην Pola. Τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, τα υποβρύχια U 34 (Kapitänleutnant Claus Rücker), U 35 (Kapitänleutnant Waldemar Kophamel), U 39 (Kapitänleutnant Walter Forstmann), και U 33 (Kapitänleutnant Konrad Gansser), έλαβαν την διαταγή να κατευθυνθούν στην Μεσόγειο. Οι κύριοι λόγοι για την μετάθεση αυτή ήταν αφ΄ ενός η ενίσχυση της άμυνας των Δαρδανελίων, μέσω της δράσης των υποβρυχίων ενάντια στους στόλους της Entente, αφ΄ ετέρου η πολιτική κατάσταση η οποία οδήγησε σε περιορισμούς τον υποβρύχιο πόλεμο γύρω από την Αγγλία και την Ιρλανδία, με αποτέλεσμα να βρίσκονται περισσότερα του χρήζοντος υποβρύχια στην περιοχή.

Με την άφιξη των υποβρυχίων αυτών στην Pola και των άλλων που είχαν σταλεί οδικώς, τέθηκε η βάση για την δημιουργία του Γερμανικού Στολίσκου Υποβρυχίων της Μεσογείου, γνωστού σαν Deutsche U-Flottille Pola.

Deutsche U-Flottille Pola

Deutsche U-Flottille Pola

Ένα μέρος της Deutsche U-Flottille Pola στον κόλπο του Cattaro στην Δαλματία, το δεύτερο σημαντικό λιμάνι των ενωμένων ναυτικών δυνάμεων της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας. Πρώτο αριστερά φαίνεται το υποβρύχιο U 35 (Kapitänleutnant Lothar von Arnauld de la Perière), ενώ στο βάθος διακρίνεται το αυστροουγγρικό καταδρομικό S.M.S. Sankt Georg. (Kriegsmarinesammlung).

Η Deutsche U-Flottille Pola (πρώην U-Halbflottille), -η οποία δημιουργήθηκε επίσημα στις 18 Νοεμβρίου του 1915, με διοικητή τον Waldemar Kophamel, ο οποίος προβιβάστηκε σε πλωτάρχη (Korvettenkapitän) με την ανάληψη των καθηκόντων του-, έμελλε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην έκβαση του πολέμου, δίνοντας την δυνατότητα στο Admiralstab να διεκδικήσει προς όφελος του την ισορροπία δυνάμεων στην Μεσόγειο. Αν και ο αρχικός σκοπός, όπως ήδη ειπώθηκε, ήταν η υποστήριξη της άμυνας των Κεντρικών Δυνάμεων στα Δαρδανέλια, πολύ γρήγορα έγινε ορατή η δυνατότητα διεξαγωγής του λεγόμενου «πολέμου εμπορίου», με σκοπό την οικονομική αποδυνάμωση των χωρών που συμμετείχαν στην Entente. Ο πόλεμος εμπορίου καθοριζόταν από διεθνείς νόμους, οι οποίοι είχαν θεσπισθεί κατά την διάρκεια συνεδρίου όλων των ναυτικών χωρών στο Λονδίνο το 1909 (London Convention).

Στα τέλη του 1915, και ολόκληρο το 1916, ο πόλεμος εμπορίου διεξαγόταν, με ελάχιστες εξαιρέσεις, σύμφωνα με τους «κανόνες λαφύρων». Η «χωρίς περιορισμούς υποβρύχια ένοπλη σύρραξη» (Unrestricted Submarine Warfare), έμελλε να ακολουθήσει το 1917 με την είσοδο της Αμερικής στον πόλεμο, υπέρ των δυνάμεων της Entente (2.4.1917). Το 1916 η γερμανική διπλωματία αγωνιζόταν ακόμα να κρατήσει την Αμερική σταθερά στην ουδετερότητα της. Κάθε ενέργεια η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει την αμερικανική κοινή γνώμη, αντιμετωπιζόταν σαν ενέργεια ενάντια στα γερμανικά συμφέροντα. Η μεταφορά του πολέμου εμπορίου στην Μεσόγειο λοιπόν, όπου πέρα από τις επιθέσεις ενάντια στους πολεμικούς στόλους των εχθρικών δυνάμεων, τα γερμανικά υποβρύχια θα έβρισκαν και πλούσια λεία βρετανικών και γαλλικών εμπορικών πλοίων με ελάχιστες πιθανότητες ύπαρξης Αμερικανών πολιτών πάνω σε αυτά, ήταν ένα σχέδιο το οποίο το Admiralstab έθεσε δυναμικά σαν τακτικό και στρατηγικό στόχο. Πολύ γρήγορα ο αριθμός των υποβρυχίων του στολίσκου άρχισε να ανέρχεται, για να φτάσει μέχρι τα τέλη του 1916, στα 40 συνολικά υποβρύχια.

Τα υποβρύχια της Deutsche U-Flottille Pola, έχοντας σαν βάση τους την Pola και το Cattaro και σαν «μητρικό» τους πλοίο (Mutterschiff) το S.M.S. Gäa, επιχειρούσαν σε όλη την Μεσόγειο και στην περιοχή του Ατλαντικού έξω από το Γιβραλτάρ. Αν και οι ναυτικές δυνάμεις της Entente είχαν τοποθετήσει έναν μεγάλο αριθμό πλοιαρίων, εφοδιασμένων με ανθυποβρυχιακά δίχτυα, στα στενά του Otranto, γνωστού σαν Otranto Barrage, τα γερμανικά υποβρύχια περνούσαν σχεδόν ανενόχλητα για να εκτελέσουν τις αποστολές τους. Ταυτόχρονα, η συνεχής παραγωγή υποβρυχίων από τα γερμανικά ναυπηγεία και οι τεράστιες δυνατότητες αυτού του νέου όπλου, ενάντια στο οποίο την εποχή εκείνη δεν υπήρχε κάτι το οποίο ήταν σε θέση να του αντισταθεί, οδήγησαν πολύ γρήγορα στην αλλαγή της ισορροπίας των θαλασσίων δυνάμεων υπέρ της Γερμανίας.

Από την ίδρυση της Deutsche U-Flottille Pola μέχρι τον Αύγουστο του 1916, τα γερμανικά υποβρύχια επιχειρούσαν στην Αδριατική έχοντας αναρτημένη την σημαία του Αυστροουγγρικού Πολεμικού Ναυτικού, γνωστού με τα αρχικά  K.u.K Marine, τα οποία προέρχονταν από τον όρο Kaiserliche und Königliche Marine (Αυτοκρατορικό και Βασιλικό Ναυτικό) και ο οποίος υποδήλωνε την διπλή ταυτότητα της Αυτοκρατορίας, σε Αυστριακή και Ουγγρική. Ο λόγος της μη ανάρτησης της σημαίας του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού, ήταν το γεγονός ότι η Ιταλία δεν είχε ακόμα κυρύξει τον πόλεμο εναντίον της Γερμανίας, αυτό έγινε στις 28 Αυγούστου του 1916.

Η κυριαρχία των γερμανικών υποβρυχίων στην Μεσόγειο, σε συνδυασμό με τις πάμπολλες πολεμικές επιχειρήσεις και την τεχνική ανωτερότητα του νέου αυτού όπλου, ανέδειξε μια σειρά κυβερνητών οι οποίοι καθιερώθηκαν σαν «άσσοι» του υποβρυχίου πολέμου. Πολλοί από αυτούς υμνήθηκαν όχι μόνο από τα πληρώματα τους, αλλά και από τους αντιπάλους τους, λόγω της ακεραιότητας του χαρακτήρα τους και της προσήλωσης τους στους κανόνες του θαλάσσιου πολέμου. Σαν κορυφαίος ανάμεσα τους αναδείχθηκε ο Lothar von Arnauld de la Perière, ο οποίος μέσα σε τέσσερις μήνες, από τον Απρίλιο έως τον Αύγουστο του 1916, βύθισε 77 πλοία συνολικού τονάζ 160.000 κόρων. Για την βύθιση τους χρησιμοποίησε μόνο τέσσερις τορπίλες εκ΄ των οποίων η μία αστόχησε. Ήταν θέμα τιμής για πολλούς Γερμανούς κυβερνήτες το να βυθίσουν στην επιφάνεια, με το κανόνι του υποβρυχίου και όχι με τορπίλη, τους εχθρικούς στόχους.

Η Deutsche U-Flottille Pola αποτελείτο από πολλούς τύπους υποβρυχίων. Ανάμεσα τους οι κύριοι τύποι, από τους 23 τύπους των γερμανικών υποβρυχίων, ήταν οι U 19, U 31, U 43, U 51, U 63, UB II και οι τύποι ναρκοθετικών υποβρυχίων UC I (μικρής επιχειρησιακής εμβέλειας) και UE1 (μεγάλης επιχειρησιακής εμβέλειας). Ο τύπος UE1 αντιπροσωπευόταν στο U-Flottille Pola από τα υποβρύχια U 72 και U 73. Το τελευταίο θεωρείται υπεύθυνο για την βύθιση των πλοίων S/S Burdigala και HMHS Britannic, στα βορειοδυτικά της Κέας, σαν απόρροια της σύγκρουσης τους με νάρκες στο ναρκοπέδιο αριθμός 32, που πόντισε εκεί στις 28 Οκτωβρίου του 1916.

 

Τα αυστροουγγρικά υποβρύχια της K.u.K. Marine

F/S Léon Gambetta

Το γαλλικό θωρηκτό, F/S Léon Gambetta (12.550 ΚΟΧ), θεωρείται η μεγαλύτερη επιτυχία του Αυστροουγγρικού Στολίσκου Υποβρυχίων (K.u.K. Unterseeboote - Flottille Pola). Βυθίστηκε στις 21 Απριλίου 1915, από το αυστροουγγρικό υποβρύχιο U 5 κάτω από τις διαταγές του πλωτάρχη Georg von Trapp, 15 ναυτικά μίλια νότια από το ακρωτήριο Santa Maria di Leuca, στην Απουλία της Ιταλίας. (KFB Collection).

Το Αυστροουγγρικό ναυτικό, περισσότερο γνωστό σαν K.u.K. Marine, -το οποίο μετά το τέλος του πολέμου σταμάτησε την δράση του, αφ΄ ενός λόγω της διάλυσης της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, αφ΄ ετέρου λόγω της απώλειας των παράλιων περιοχών της Ίστριας, Κροατίας και Δαλματίας και την, σαν ταυτόχρονη απόρροια, μη θαλάσσια πρόσβαση στην Αδριατική-, ένταξε το 1909 το υποβρύχιο S.M. Unterseeboot III (μετέπειτα U 3) στο δυναμικό του. Αυτή ήταν η αρχή της δημιουργίας του αυστροουγγρικού στολίσκου υποβρυχίων της Pola (K.u.K. Unterseeboote – Flottille Pola), ο οποίος είχε σαν «μητρικό» του πλοίο το S.M.S. Pelikan. Ο στολίσκος αυτός αύξησε τον αριθμό του, μέχρι το 1912, σε έξι υποβρύχια.

Με την κήρυξη του πολέμου της Αυστροουγγαρίας ενάντια στην Σερβία, στις 28 Ιουλίου του 1914, και την δραστηριοποίηση του αυστροουγγρικού πολεμικού ναυτικού στην Αδριατική, ο K.u.K. στολίσκος υποβρυχίων ενισχύθηκε από την Γερμανία με πέντε υποβρύχια τύπου UB I, καθώς και με τέσσερα ακόμα υποβρύχια (Unterseeboote 20, 21, 22, 23) κατασκευασμένα από τα αυστροουγγρικά ναυπηγεία του Fiume και της Pola.

Ο K.u.K. στολίσκος υποβρυχίων, με διοικητή τον πλωτάρχη Franz Ritter von Thierry, δραστηριοποιήθηκε ως επί τω πλείστων στην Αδριατική και ήταν ελάχιστες οι φορές που επιχείρησε σε περιοχές νοτιότερα του Otranto. Δυο ήταν οι λόγοι για την περιορισμένη επιχειρησιακή του εμβέλεια, το μικρό μέγεθος των υποβρυχίων, που τα καθιστούσε ικανά μόνο για λιγοήμερες αποστολές, και ο μικρός αριθμός τους. Αν και η δραστηριότητα του K.u.K. στολίσκου υποβρυχίων δεν κατάφερε να φθάσει το επίπεδο της Deutsche U-Flottille Pola, είχε παρ΄ όλα αυτά αρκετές επιτυχίες με κύριες ανάμεσα τους την βύθιση του γαλλικού θωρηκτού F/S Léon Gambetta, στις 27 Απριλίου 1915, από το υποβρύχιο U 5 με κυβερνήτη τον Georg Ritter von Trapp, καθώς και την βύθιση του ιταλικού εμπορικού πλοίου Milazzo, στις 29 Αυγούστου του 1917, από το υποβρύχιο U 14 (πρώην γαλλικό υποβρύχιο Curie) του οποίου κυβερνήτης ήταν και πάλι ο von Trapp.

Μια επίσης μεγάλη επιτυχία της K.u.K. Unterseeboote – Flottille Pola, η οποία δεν κατάφερε να ολοκληρωθεί λόγω μη βύθισης του πλοίου, ήταν η τορπίλιση της ναυαρχίδας του γαλλικού στόλου, F/S Jean Bart κλάσης Courbet, στις 21 Σεπτεμβρίου 1914, από το υποβρύχιο U 12 κοντά στο Otranto.

Η Θεσσαλονίκη και το Μακεδονικό Μέτωπο

Salonica

Η προκυμαία της Θεσσαλονίκης στις αρχές του 1916. Το διάστημα εκείνο, οι δυνάμεις της Entente είχαν τοποθετήσει ένα γερμανικό αεροπλάνο, λάφυρο πολέμου, σε κοινή θέα μπροστά από τον Λευκό Πύργο. (KFB Collection)

Μετά την αποτυχία κατάληψης των Δαρδανελίων από τις δυνάμεις της Entente και την στασιμότητα του μετώπου στην χερσόνησο της Καλλίπολης, ο βουλγαρικός στρατός, σαν σύμμαχος των Κεντρικών Δυνάμεων, επιτέθηκε εναντίον της Σερβίας τον Οκτώβριο του 1915. Αυτή η νέα απειλή οδήγησε την Σερβία στο να ζητήσει άμεση βοήθεια από τον σύμμαχο της την Ελλάδα. Ο Έλληνας πρωθυπουργός, Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος ήταν υπέρ της Entente, πρότεινε την αποστολή βρετανικών και γαλλικών δυνάμεων στην Θεσσαλονίκη και την από εκεί προώθηση τους στην κοιλάδα του Βαρδάρη, προς βοήθεια των Σέρβων. Ταυτόχρονα εγγυήθηκε την συγκατάθεση του Βασιλιά Κωνσταντίνου, για την αποστολή αυτή, ο οποίος θεωρείτο φιλικά κείμενος υπέρ των Κεντρικών Δυνάμεων και ήταν απόλυτα αντίθετος στην συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο.

Αν και η αίτηση των δυνάμεων της Entente δεν έγινε δεκτή από τον βασιλιά και το επιτελείο του, στις 3 Οκτωβρίου του 1915, μια βρετανική και μια γαλλική μεραρχία αποβιβάστηκαν στην Θεσσαλονίκη, η οποία έμελλε να γίνει στην συνέχεια η βάση, όχι μόνο των δυνάμεων της Entente κατά την διάρκεια του αποκαλούμενου Μακεδονικού Μετώπου, αλλά και της Προσωρινής Κυβέρνησης της «Εθνικής Άμυνας» μετά το ένοπλο συλλαλητήριο των Αθηνών στις 13 Σεπτεμβρίου του 1916.

Η Θεσσαλονίκη, η οποία το 1916 είχε 165.704 άτομα πληθυσμό αποτελούμενο από 41% Έλληνες, 37% Εβραίους και 18% μουσουλμάνους, έγινε μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα το κέντρο διάβασης και διαμονής χιλιάδων στρατιωτών και πολεμικού υλικού, που μεταφερόταν με βρετανικά και γαλλικά πλοία από τα εκάστοτε συμμαχικά λιμάνια. Τα πολεμικά και τα μεταγωγικά πλοία της Entente, αποτελούσαν για τα γερμανικά υποβρύχια έναν εναλλακτικό επίδοξο στόχο, ο οποίος συμπλήρωνε τον «πόλεμο εμπορίου» στην Μεσόγειο που την εποχή εκείνη βρισκόταν στο απόγειο του. Γνωρίζοντας το Admiralstab τις διαδρομές των συμμαχικών πλοίων, χρησιμοποίησε εκτός από κοινά και ναρκοθετικά υποβρύχια για την τοποθέτηση ναρκοπεδίων σε περιοχές που θεωρούντο υψίστης σημασίας για την ναυσιπλοΐα. Από τον Νοέμβριο του 1915 μέχρι τον Ιανουάριο του 1917, ποντίστηκαν στην ανατολική Μεσόγειο και στην Μαύρη Θάλασσα 45 συνολικά ναρκοπέδια τα οποία στοίχισαν την βύθιση πολλών πλοίων ανήκοντα όχι μόνο σε εμπόλεμες, αλλά και σε ουδέτερες χώρες. Ανάμεσα σε αυτά υπήρξαν και πολλά τα οποία τελούσαν υπό προστασία, σύμφωνα με τους κανόνες πολέμου και των δυο αντιμαχόμενων πλευρών, όπως πλωτά νοσοκομεία και νοσοκομειακά πλοία. Χαρακτηριστική ανάμεσα τους ήταν η βύθιση των πλωτών νοσοκομείων HMHS Britannic στις 21 Νοεμβρίου του 1916 στο στενό της Κέας (ναρκοπέδιο αριθμός 32), και HMHS Braemer Castle, το οποίο εξόκειλε μετά από πρόσκρουση σε νάρκη στις 23 Νοεμβρίου του 1916 στο στενό Τήνου-Μυκόνου (ναρκοπέδιο αριθμός 33). Τα δυο αυτά ναρκοπέδια είχαν τοποθετηθεί από το γερμανικό υποβρύχιο U 73 (κυβερνήτης Kapitänleutnant Gustav Siess), το οποίο θεωρείται επίσης υπεύθυνο για την βύθιση του S/S Burdigala στις 14 Νοεμβρίου 1916, στο στενό της Κέας, δυο μόλις ναυτικά μίλια από το HMHS Britannic.

Copyright © 2009 by D. Galon and the S/S Burdigala Project Team


%d bloggers like this: